Συγγραφέας: Ευάγγελος Κατσιούλης, Ψυχίατρος, Ψυχοθεραπευτής
Πρώτη δημοσίευση: Τρομακτικό, 09/01/2015, 01:47
Δεύτερη δημοσίευση: Κουρδιστό Πορτοκάλι, 10/01/2015, 02:37

 

Είμαι στο σπίτι μου, χαλαρός μπροστά στο τζάκι και το μόνο που κινείται είναι οι γλώσσες της φωτιάς. Νιώθω ωραία, ζεστά, ήρεμα…Τέλειες οι γιορτές φέτος, με την οικογένειά μου μαζί.

Χρόνια είχα να περάσω μαζί τους χρονιάρες μέρες.

Τα φώτα είναι κλειστά και κάπου εκεί κοντά είναι η γυναίκα μου, κάπου πιο δίπλα τα παιδιά μου. Νιώθω γαλήνη και μπορώ να πω ακόμα και ευτυχία. Και εκεί που είμαι στο μεταίχμιο δύο κόσμων, με το ένα πόδι μόνο στα εγκόσμια, κάτι σα να με ενοχλεί, μια περίεργη μυρωδιά, ύποπτη.

Πρέπει να κάνω τον κόπο να δω το τζάκι, μήπως κάποιο ξύλο έφυγε, μήπως καμιά σπίθα μας κάνει καμιά ζημιά. Δεν είμαστε για τέτοια και έχω και την οικογένεια μέσα. Πρέπει να τους προστατέψω. Μαζεύω ό,τι ενέργεια μου έχει μείνει και κάνω προσπάθεια να ανοίξω τα μάτια μου και να συγκεντρώσω το βλέμμα στο τζάκι. Μα, τί σκοτάδι είναι αυτό? Δεν είμαι στο σπίτι μου? Και πού είμαι? Είμαι, είμαι, ναι το βρήκα.

Είμαι στο φορτηγό και το φορτηγό είναι στο πλοίο. Είμαι μεσοπέλαγα και πάω για Ιταλία να ξεφορτώσω. Ναι, σωστά. Είμαι σε ταξίδι, μακριά από το σπίτι και τους δικούς μου και τώρα πρέπει να κοιμηθώ γιατί αύριο έχω πάλι μεγάλο ταξίδι. Μα τί είναι αυτή η μυρωδιά? Ανασηκώνομαι και βλέπω δυο άλλους οδηγούς όρθιους να δείχνουν κάπου. Τί γίνεται τώρα? Τί περιέργεια τους έπιασε βραδιάτικα και άρχισαν την ξενάγηση? Κάτσε να δω.

Δεν είναι δυνατόν. Φωτιά είναι αυτή? Και τί κάθονται και την κοιτάνε? Γιατί δεν την σβήνουν? Τώρα ξύπνησα για τα καλά και μάλιστα θύμωσα και με τους βλάκες που ανάψανε φωτιά στο πλοίο για να ζεσταθούνε. Καλά δεν προσέχουν? Δεν ξέρουν ότι αυτά τα πράγματα είναι επικίνδυνα? Κάτσε να κατέβω να τους πω δυο κουβέντες. Αυτοι φιρί φιρί το πάνε να μας τινάξουν στον αέρα. Εγώ έχω ένα φορτηγό γεμάτο λάδι. Πολύ θέλει να γίνει το κακό?

norman_2

Βάζω τα παπούτσια μου, κοιτάω και τα υπόλοιπα μαλλιών μου στον καθρέφτη. Δεν είμαι χτενισμένος, αλλά και τί να χτενίσω τώρα? Άσε που δεν έχω και τσατσάρα εύκαιρη. Τέλος πάντων, πάω να σβήσω την φωτιά, μη μας βρει κανένα κακό. Τί χαζοί άνθρωποι? Τίποτα δεν σκέφτονται. Κατεβαίνω από το φορτηγό. Τεντώνομαι. Σαν πολλή φασαρία δεν έχει νυχτιάτικά? Τί τρέχει ρε παιδιά? Κάνω μερικά βιαστικά βήματα προς την μεριά που είχα δει τους άλλους οδηγούς, οι οποίοι τώρα ως δια μαγείας είναι άφαντοι.

Πού πήγαν? Τί γίνεται? Όσο προχωρούσα η μυρωδιά του καμμένου πλαστικού γινόταν όλο και πιο έντονη. Δεν είμαστε καλά. Τί κόλπα είναι αυτά? Και αυτοί που βάλανε την φωτιά για να ζεσταθούνε, είναι δυνατόν να παίζουνε με αυτά τα πράγματα? Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι επικίνδυνο για όλους αυτό που έκαναν? Ε ρε κάτι άνθρωποι ανεύθυνοι και άχρηστοι που υπάρχουν. Σκόνταψα τρεις-τέσσερεις φορές πάνω σε κάτι σκοινιά, α στο καλό βραδιάτικά. Σα να είδα κάτι τύπους να τρέχουν. Να δεις που κάτι ύποπτο γίνεται εδώ. Πέρασα ένα φορτηγό και από πίσω έμεινα κόκκαλο. Δεν είναι δυνατόν. Ένα φορτηγό έχει πάρει φωτιά. Πυροσβεστήρας. Πού είναι το προσωπικό? Ένα συναγερμό ρε παιδιά. Θα ανατιναχτούμε όλοι εδώ, έχει λαμπαδιάσει. Έχει φωτιά ανάμεσα σε καύσιμα. λάδια, πλαστικά και ποιος ξέρει τί άλλο. Ένα πυροσβεστήρα.

Πρέπει να ξυπνήσω και τους άλλους. Θα καούμε ζωντανοί εδώ. Φωνάζω δυνατά τα ονόματα μερικών συναδέρφων που τους ήξερα. Πρέπει να ξυπνήσουν όλοι. Πρέπει να σβήσω τη φωτιά. Καλά, οι άλλοι πού πήγαν? Γιατί έφυγαν? Ένα πυροσβεστήρα, ρε παιδιά, νερό, κάτι, θα καούμε. Αρχίζω να φωνάζω, να τσιρίζω. Δεν το πιστεύω αυτό που μου συμβαίνει. Εφιάλτη ζω. Δεν είναι δυνατόν. Την γκαντεμιά μου μέσα. Αύριο θα έκανα την παράδοση και θα έκανα Πρωτοχρονιά με τα παιδιά μου. Τώρα θα πεθάνω εδώ σαν το σκυλί. Ξυπνήστε ρε! Λίγο νερό ρε παιδιά. Πού είναι οι άλλοι? Πού είναι το προσωπικό? Μόνο εγώ είδα την φωτιά. Ένα συναγερμό, κάτι να πατήσω. Ο αέρας άρχισε να χαλάει. Σα ναχω κάνει δέκα τσιγάρα με τη μια νιώθω. Πρέπει να την σβήσω. Είναι εδώ κανείς? Aγιούτο! Χελπ! Χελπ!

Greece Ferry Fire

Η φωτιά έπιασε το κάλυμμα του φορτηγού, το οποίο σκίστηκε και άνοιξε. Το διπλανό φορτηγό άρπαξε. Δεν έχει προκοπή εδώ. Δεν θα πεθάνω εγώ έτσι, όχι έτσι κι όχι τώρα. Τα παιδιά μου. Να πάρω ένα τηλέφωνο τα παιδιά μου. Πάω και βαράω ό,τι πόρτες φορτηγών βρήκα μπροστά μου. Να ξυπνήσουν, να βγουν. Δεν πρέπει να πεθάνουν έτσι. Ξυπνήστε ρε! Φωτιά! Φωτιά! Ένα πυροσβεστήρα ρε. Πού είναι ένας πυροσβεστήρας? Τρέχοντας και σκοντάφτοντας σε σχοινιά, τσούζουν και τα μάτια από τους καπνούς, γυρνάω στο φορτηγό μου να πάρω το τσαντάκι με τα λεφτά και την ταυτότητά μου. Άμα είναι να καώ ή να πνιγώ, να είμαι ένα πτώμα με ταυτότητα. Αρπάζω το τσαντάκι και τρέχω προς τα πάνω. Βήχω και σχεδόν δε βλέπω μπροστά μου. Φωτιά ρε! Ξυπνήστε! Φωτιά! Προσπαθώ να ανοίξω ό,τι πόρτα βρίσκω.

Κλειδωμένους μας έχουν? Να μας σκοτώσουν θέλουν? Από πού είναι η έξοδος? Πώς βγαίνω από εδώ μέσα? Θα καώ ζωντανός την τρέλα μου. Την γκαντεμιά μου μέσα. Πού είναι η πόρτα? Μετά από αρκετές κλειστές πόρτες βρήκα μια πόρτα ορθάνοιχτη. Ορμάω προς τα μέσα και επειδή η γκαντεμιά μου συνεχίζεται πέφτω πάνω σε δύο ναύτες που έτρεχαν να πάνε να δουν την φωτιά. Λένε κάτι αλαμπουρνέζικα σε μια γλώσσα που μοιάζει, αλλά δεν είναι ιταλικά. Τους φωνάζω και τους δείχνω την φωτιά. Με κοιτάνε, κοιτάνε και την φωτιά μετά πάλι εμένα και μετά τρέχουν ξωπίσω μου να βγουν και αυτοί από την κόλαση. Έχει οδηγούς μέσα στα αμάξια, τσίριζα, αλλά μάλλον ούτε ελληνικά μιλάνε τα ναυτάκια.

Τρέχω στο διάδρομο χωρίς να έχω ιδέα πού πάω. Το μόνο που πρόσεχα ήταν να ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, να πάω πάνω, στο κατάστρωμα, να πάρω ανάσα, να ενημερώσω για το τί γίνεται κάτω. Θα καούνε ζωντανοί οι άνθρωποι. Ένας υπεύθυνος ρε παιδιά! Με την άκρη του ματιού μου νομίζω ότι είδα ένα πυροσβεστήρα, αλλά τώρα δεν κατεβαίνω κάτω με τίποτα. Να βρω έναν υπεύθυνο να βαρέσει το συνεγερμό, την πυρόσβεση, κάτι.

Δεν είναι δυνατόν να πάρουμε φωτιά έτσι στην πλάκα. Έχει ανθρώπους κάτω που κοιμούνται. Πρέπει να βρω κάποιον να του πω. Ανεβαίνοντας και με τα μάτια γκρι και κόκκινα από τον καπνό, νομίζω πως είδα έναν τύπο με πουκάμισο και κάτι χρυσά γαλόνια. Τον αρπάζω και του λέω πως κάτω έχει λαμπαδιάσει και πως είναι άνθρωποι κάτω. Μου απαντάει στα ελληνικά πως το ξέρει και πως θα σβήσουν την φωτιά. Του ξαναλέω πως έχει ανθρώπους κάτω και πως δυο φορτηγά έχουν ανάψει. Μου λέει καλά και φεύγει. Τί να κάνω τώρα? Να βγω έξω να πάρω αέρα. Ζαλίζομαι από τις αναθυμιάσεις. Όσο ανέβαινα έβλεπα πιο πολλούς να τρέχουν και να φωνάζουν.

11-Ferry-AFPGetty-v2

Καλά, όλοι το ξέρουν και κάθονται? Ποιος θα σβήσει τη ρημάδα τη φωτιά. Ζωντανοί θα καούμε. Να πάρω τα παιδιά μου ένα τηλέφωνο. Να ενημερώσω. Άσε πρώτα να βγω, μη λιποθυμήσω εδώ μέσα. Βλέπω κι άλλους ναύτες να τρέχουν αντίθετα με μένα και αναθάρρησα ότι πάνε να σβήσουν την φωτιά. Πάω αντίθετα με αυτούς μπας και βρω καμία έξοδο. Πού είναι μια πόρτα, να βγω έξω ρε? Άρχισα να φωνάζω σε όποιον έβλεπα. Μια πόρτα, λίγο αέρα, πεθαίνω! Είχε κι άλλους καημένους σαν κι εμένα να τρέχουν. Κάποιες πόρτες από καμπίνες άνοιγαν και κάτι νυσταγμένα μάτια γούρλωναν που με εβλεπαν. Φωτιά! Φωτιά! φώναζα. Βγείτε όλοι έξω! Θα καούμε ζωντανοί! Έπιασε φωτιά!

Τελικά μου έκανε την χάρη και βρήκα μια πόρτα. Δεν θυμάμαι να έχω νιώσει πιο πολλή χαρά ποτέ στην ζωή μου. Αέρας. Παγωμένος, αλλά αέρας, οξυγόνο. Τα παιδιά μου, να πάρω τηλέφωνο τα παιδιά μου. Και τι να τους πώ? Να τους πω ότι πήραμε φωτιά? Θα τα τρομάξω.Να τους πω να πάρουν ένα τηλέφωνο να ειδοποιήσουν να έρθουν να μας σώσουν. Ναι, αυτό θα κάνω. Νευρικά προσπαθώ να ανοίζω το τσαντάκι, έχει και ένα καταραμένο χιονόνερο, έχουν παγώσει και τα χέρια μου, δε μπορώ να ανοίξω το κινητό. Όλα τα καλά μαζί συμβαίνουν.

Και τί να πω στα παιδιά? Μπορεί να σβήσει η φωτιά και να μην είναι τίποτα. Ίσως υπερβάλλω εγώ γιατί ήμουν από τον ύπνο. Ίσως να έχει ήδη σβήσει η φωτιά. Σιγά τα λάχανα, μωρέ. Με ένα-δυο πυροσβεστήρες και λίγο νερό, σβήνει αυτή, δεν έγινε και τίποτα. Και εκεί που άρχισα να ηρεμώ, έρχεται αυτή η ανατριχιαστική φασαρία της σειρήνας. Τώρα μάλιστα. Τώρα το σιγουρέψαμε. Τώρα δεν βλέπω τον εφιάλτη μου, αλλά όλοι ζούμε τον ίδιο εφιάλτη. Τώρα θα σβήσουμε κεράκια, ο ένας τον άλλον. Την γκαντεμιά μου μέσα.

Όλα σε μένα τυχαίνουν ή καλύτερα τυχαίνουν. Γιατί σε μένα και γιατί τώρα? Σε δυο μέρες θα ήμουν σπίτι μου και θα ‘κανα και εγώ μια πρωτοχρονιά με τους δικούς μου. Γιατί? Να πάρω τα παιδιά μου τηλέφωνο. Αφού ξαναδοκίμασα, πόσες φορές ακόμα δεν θυμάμαι, να ανοίξω το κινητό, τελικά μου έκανε την χάρη. Αυτά είναι, ούτε μπαταρία δεν έχω. Ε, βλέπεις δεν υπολόγιζα να πάρουμε φωτιά και έλεγα να το φορτίσω το πρωί με τον καφέ. Να σε βράσω μέσα. Παίρνω τα παιδιά τηλέφωνο, ευτυχώς ήταν και το τελευταίο τηλέφωνο που είχα πάρει πριν κοιμηθώ γιατί τέτοια ώρα δεν μπορώ να θυμηθώ τον αριθμό. Να πάρει. Δεν έχει σήμα. Τέλεια. Τί καλά? Τέλεια. Χειρότερα δεν γίνεται. Όλα στραβά πάνε. Πρέπει να τους μιλήσω.

f01_60972642

Σήκωσα το κεφάλι και τότε συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν ο μόνος που είχε βγει έξω. Κρυμμένοι από τον αέρα, αλλά έξω, ανάμεσα από πόρτες και σκάλες, είχε μαζευτεί ήδη πολύς κόσμος. Το μάτι μου έπεσε σε μια έγγυο που έκλαιγε λίγο πιο δίπλα και το αυτί μου έπεσε σε δυο μικρούλια που κρατιούνται χέρι – χέρι και κοιτάνε τη μαμά τους. Το πιο μικρό από αυτά έκλαιγε από ώρα και έχουν κατέβει στο μάγουλο οι τσίμπλες του.

Τα παιδιά μου. Να πάρω τα παιδιά μου ένα τηλέφωνο. Έχω την αίσθηση ότι πήρε μια κλίση το καράβι. Λες να βουλιάξουμε? Δε γίνεται. Χρονιάρες μέρες είναι. Δεν θα μας αφήσει έτσι. Να πάμε τόσες ψυχές τόσο άδικα. Δε γίνεται. Καλά, πού είναι το πλήρωμα? Ακόμα και εδώ πάνω με τόσο αέρα που κόβει την ανάσα, μυρίζει καπνός. Σκέψου τί θα γίνεται μέσα στο πλοίο. Μπροστά μου, μια μητέρα προσπαθεί να κρατηθεί όρθια και προσπαθεί να φορέσει στα παιδιά της σωσίβια για μεγάλους. Ό,τι και όπως προλάβει ο καθένας για να σωθεί και να σώσει. Πού τα βρήκε τα σωσίβια? Δεν πρέπει να βάλω και εγώ ένα? Αν και δε νομίζω να βουλιάξουμε, δεν πρέπει να είμαι έτοιμος στην περίπτωση? Αφού έδωσα την θέση μου, που δεν φυσούσε τόσο πολύ στη μητέρα και τα παιδιά της, την ρωτάω για τα σωσίβια. Δεν ήξερε πού είναι, της τα είχαν δώσει άλλοι. Ακολουθώ κάποιους που έτρεχαν μήπως και βρω μια άκρη, ένα μέρος να μην κρυώνω, καμιά σωστική λέμβο, κάτι. Είμαι τελείως ξεκρέμαστος.

Και τί θα γίνει με το φορτηγό και το εμπόρευμά μου? Τα έχει ασφαλίσει άραγε η εταιρεία ή κάνανε οικονομία? Τί με νοιάζει τώρα για αυτά? Εδώ παίζει να πάμε όλοι στον πάτο, το φορτηγό θα σκέφτομαι τώρα? Πρέπει να βρω ένα σωσίβιο. Κάτι συνάδερφοι φωνάζουν για βοήθεια. Κρατάνε ένα σακί, όχι, δεν είναι σακί, άνθρωπος είναι. Ένα γιατρό ρε παιδιά. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Σα να μου φαίνεται πως βλέπω φωτιά μέσα στο κατάστρωμα.

Πρέπει να βγουν όλοι έξω. Θα καούνε ζωντανοί. Πρέπει να τους βγάλω έξω. Αν πάρει φωτιά όλο το καράβι, δεν ξέρω τί νόημα έχει να είναι κάποιος στο κατάστρωμα ή οπουδήποτε αλλού μέσα στο πλοίο, όλοι θα καούμε. Τουλάχιστον εδώ έξω μπορούν να πάρουν μια ανάσα, ίσως και να πηδήξουν στην θάλασσα, κάτι να κάνουν. Μέσα θα γίνουν ψητοί χωρίς πατάτες. Πάω μαζί με τρία παλικάρια, συναδέρφους γνωστούς από τα πολύ παλιά και κάποιους που δεν είχα ξαναδεί και κουβαλάμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων και το βάζουμε κάτω από μια σκάλα στο κατάστρωμα. Αυτό το πλοίο δεν έχει μια σωστική λέμβο? Δηλαδή έτσι απλά θα καούμε ή θα βουλιάξουμε? Και αυτός ο αέρας δε σταματάει πια. Σα να μας εκδικείται η φύση και η φύση μας μαζί.

norman-atlantic-fire

Να πάρουμε το λιμάνι στην Κέρκυρα, να ζητήσουμε βοήθεια, να έρθει κάποιος να μας πάρει από εδώ. Η φωτιά ένιωθε μοναχικά και ήρθε να μας κάνει παρέα και στο κατάστρωμα. Καίγεται η καφετέρια. Τουλάχιστον έχει λίγο ζέστη. Οι λαμαρίνες κάτω από τα πόδια μας σα να έχουν ροδίσει. Είμαστε πάνω σε μια γάστρα σε μια ωρολογιακή βόμβα. Σκέψου να εκραγεί κανένα φορτηγό με τα ντεπόζιτα, τα λάδια που έχει κάτω. Δε μας σώνει τίποτα. Πάντως, αν γίνει ένα μπαμ, θα κάνουμε εντύπωση, ηρωική έξοδο από τα εγκόσμια, με πυροτεχνήματα.

Τί βλακείες λέω? Τί κάθομαι και σκέφτομαι? Είχε αρχίσει να σπάει λίγο το σκοτάδι, σα να χαράζει. Τόσες ώρες και είμαστε στο έλεος της φωτιάς, του αέρα και της θάλασσας. Βοήθεια δε θα έρθει? Δε θα μας πάρουνε από εδώ? Θα μας αφήσουν να καούμε ή να πνιγούμε? Ακούγονται κάτι φωνές, μάλλον ιταλικά μιλάνε, για μια βάρκα που βρήκαν. Αν και μερικοί θέλανε να μπούνε εκείνοι πρώτοι μέσα, είπαμε να μπουν παιδιά και γυναίκες μέσα και αν χωρέσει, να μπουν οι μεγαλύτεροι και οι αρσενικοί. Δεν θα κάτσω να πλακωθώ τώρα, μπορεί να χρειαστώ ό,τι δύναμη έχω για ένα χειμερινό κολύμπι σε λίγο, αλλά αυτός ο χοντρός που σπρώχνει την έγγυο και την άλλη με τα παιδιά για να μπει αυτός στην σωστική, αυτός θέλει ένα χέρι ξύλο. Άρε και να βγούμε με το καλό από εδώ, να πατήσουμε στεριά, άρε και να τον πετύχω πουθενά.

Φώτα είναι αυτά στην θάλασσα ή τα’χουν παίζει τα μάτια μου από τον καπνό? Ρωτάω και τους διπλανούς, μάλλον καράβι είναι. Έλα, λες να μας πάρουν? Λες να σωθούμε? Κοιτάω τον μικρό δίπλα μου, έχει μια ολόκληρη ζωή μπροστά του να ζήσει. Πόση αδικία να τελειώσουν όλα έτσι ξαφνικά σε ένα ταξίδι που έκανε με τους γονείς του για να περάσουν τις γιορτές εξωτικά στο εξωτερικό. Τί λέω τώρα? Να πάρω ένα τηλέφωνο τα παιδιά μου. Ρωτάω τους διπλανούς αν έχουν ένα κινητό, μια αναπάντητη έστω να κάνω. Όλοι δεν έχουν μπαταρία, δεν έχουν κινητό, δεν έχουν μονάδες. Τί να τους πω τώρα? Και αυτοί τα ίδια με μένα σκέφτονται, να μην ξοδέψουν τη μπαταρία, μπας και προλάβουν να ειδιποιήσουν, να πούνε ένα γεια αν τα πράγματα δεν πάνε καλά.

Είχε ήδη ξημερώσει. Το καράβι έχει λαμπαδιάσει, όλα καίνε, είμαι μούσκεμα από την βροχή και έχω παγώσει. Μου’ρχεται να πλησιάσω την φωτιά να ζεσταθώ, αλλά αν γίνει καμιά έκρηξη, θα γίνω φλαμπέ. Άσε. Εδώ κάτω από την σκάλα καλά είναι.

Greece Ferry Fire

Έχω μια αίσθηση ότι το πάτωμα καίει. Τα παπούτσια μου κολλάνε όταν προσπαθώ να κουνηθώ για να μη μουδιάσω από το κρύο. Πάλι καλά που βρήκα και κάτι μπουκάλια νερό να πιω που φέρανε οι άλλοι από την πρώην καφετέρια. Κάποιοι πιο δίπλα λένε ότι μερικοί πήδηξαν στην θάλασσα. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σωθούν. Τα κύματα κάνουν το πλοίο να πάει πάνω κάτω, ένας άνθρωπος εκεί μέσα τί θα κάνει, θα κάναι πως κολυμπάει μέχρι πότε?

Μέχρι να τον βρουν? Άσε που θα είναι παγωμένα. Καλύτερα να βουτήξω μαζί με το πλοίο, όταν βουλιάξει, κάτι θα βρω να πιαστώ να επιπλέω παρά να κάνω τον ήρωα. Εδώ, τώρα ακόμα καλά είμαι. Ένα τηλέφωνο να κάνω στα παιδιά μου, ρε παιδιά. Σα να μη μίλησα. Κάποιες κλαίνε, άλλες φωνάζουν, μερικοί ψέλνουν το πλοίο, τους εφοπλιστές, τον καιρό, την τύχη τους.

Ό,τι και να πει κανείς τώρα, λόγια του αέρα είναι, άσε που φυσάει και πολύ. Αν βουλιάξει, τί θα κάνω? Μια σωστική λέμβος, λένε, που βρήκαν, είχε ήδη γεμίσει κόσμο. Μια άλλη λέμβος είχε πάρει φωτιά. Εγώ, η θάλασσα και ένα σωσίβιο, που δε μου φαίνεται και πολύ σόι. Βράστα. Στον πάτο με βλέπω, γιορταστικό γεύμα για τα σκυλόψαρα. Την ταυτότητά μου την έχω μαζί? Τουλάχιστον να μάθουν ότι πέθανα. Μπα, θα τα καταφέρω. Το’χω με το κολύμπι. Είχα πιάσει και ένα σταυρό στη λίμνη, θυμάμαι, χειμώνα καιρό στα Φώτα. Τότε δεν έπαθα κάτι, τώρα θα το πάθω?

Λένε πως τέσσερις ήδη έχουν καεί. Έτσι λένε, δεν τους είδα και δεν θα πάω να τους δω. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς θα γλιτώσω από εδώ. Και μου το ‘λεγε η γυναίκα μου να μην το κάνω αυτό το ταξίδι χρονιάρες μέρες, να μείνω σπίτι να περάσουμε τις γιορτές σαν οικογένεια. Πάλι δίκιο είχε. Άσε να φύγω από εδώ και θα της κάνω ένα δώρο, μα ένα δώρο.

normhip-on-fire-1-657x360

Τί δώρο? Και μόνο που θα ζω, δώρο είναι. Μερικοί φωνάζουν ότι ελληνικά πλοία και ελικόπτερα, έρχονται να μας βγάλουν από εδώ. Η αλήθεια είναι ότι με τέτοιο καιρό δεν το πολυπιστεύω να βγήκαν στην θάλασσα, αλλά από την άλλη, δεν έχω και κάτι άλλο να ελπίζω. Το καράβι πάει καρυδότσουφλο από τα κύματα, πάντα μου άρεσε αυτή η λέξη, μου θυμίζει τις καρυδιές που είχαμε στο χωριό. Πεινάω κιόλας, κρυώνω, πρέπει να έχω καεί στο πρόσωπο, αλλά τί λέω τώρα. Σε λίγο μπορεί να μην υπάρχω πια. Αν και ο αέρας σφυρίζει, το καράβι βογγάει και ακούγονται κάτι ανατριχιαστικοί ήχοι από κάτω, εκεί που έχει πιάσει φωτιά, κάτι άρπαξε το αυτί μου για ένα πλοίο που μας πλησίασε. Λες να τα καταφέρουμε? Λες να βγούμε ζωντανοί? Αν βγω από εδώ, θα κόψω και το κάπνισμα. Θα κόψω και την Σούλα, ούτως ή άλλως η γυναίκα μου καλή είναι. Αυτό θα κάνω. Θα ασχολούμαι μόνο με την οικογένειά μου, τα παιδιά μου. Μου λείψανε. Μαζί ήμασταν και μου λείψανε.

Τώρα πια είμαι σίγουρος, το ακούω, δεν κάνω λάθος. Είναι η βοήθεια από τον ουρανό. Ήρθαν. Υπάρχουν άνθρωποι. Μάλλον την γλιτώσαμε. Υπάρχει ελπίδα. Δεν ήρθε το τέλος. Θα δω τα παιδιά μου. Βλέπω μια σκάλα στον αέρα και πιάνω το σχοινί ..