Συγγραφέας: Ευάγγελος Κατσιούλης, Ψυχίατρος, Ψυχοθεραπευτής
Πρώτη δημοσίευση: Κουρδιστό Πορτοκάλι, 23/12/2014, 10:26

 

Τρίγωνα κάλαντα ηχούν στην γειτονιά και είναι η πιο αναμενόμενη εποχή του έτους για οικογενειακές, χαρούμενες στιγμές και συναντήσεις με φίλους και αγαπημένους. Κι όμως, είναι πολλά τα σπίτια όπου ελεύθερο και με άγριες διαθέσεις περιδιαβαίνει το φάντασμα της κατάθλιψης. Δεν σας έτυχε ποτέ να το συναντήσετε? Δεν έχετε ακούσει ποτέ κανένα να το περιγράφει? Δεν πιστεύετε σε φαντάσματα? Είστε από τους τυχερούς. Για όλους τους άλλους, εμείς συναντήσαμε το φάντασμα και μάθαμε περισσότερα για αυτό.

 

Οι γιορτές των Χριστουγέννων και η επικείμενη αλλαγή χρονιάς είναι έντονα συνδεδεμένες με τον απολογισμό καθενός για την χρονιά που πέρασε. Σχέδια που προχώρησαν, άλλαξαν, αναβλήθηκαν ή ακυρώθηκαν, προσπάθειες μιας ολόκληρης χρονιάς για όποιους στόχους έθεσε καθένας έρχονται στο μυαλό με την αφορμή αυτών των ημερών χαλάρωσης, ξεκούρασης και συνήθως επαγγελματικής διακοπής. Οι σκέψεις εκτίμησης τόσο του χρόνου, όσο και των ενεργειών, προκύπτουν είτε από την προσωπική ανάγκη καθενός να δει πού βρίσκεται, τί έκανε και τί θα κάνει, όσο και από την περιέργεια οικείων προσώπων, τα οποία συναντά πιο συχνά και πιο πολύ αυτές τις μέρες. Ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με τις επιθυμίες, τις προσδοκίες, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του, τα όνειρά του και τα σχέδια που είχε και έχει όταν καλείται να απαντήσει στην απλή ερώτηση της περίεργης θείας Κούλας σχετικά με το τί κάνει. Αλλά και όταν το ενδιαφέρον της θείας επικεντρωθεί σε κάποιο άλλο θύμα-πρόσωπο της συνεστίασης, συνεχίζουν οι σκέψεις για το τί πήγε στραβά, γιατί δεν βρήκα μια δουλειά της προκοπής, γιατί χάλασε η τέταρτη επανέκδοση της σχέσης με τον πρώην που είναι παντρεμένος με άλλη, γιατί δεν την χωρίζει πια να προχωρήσουμε μαζί στον δρόμο που λέγεται ζωή, εγώ πότε θα γίνω μάνα, γιατί να υπάρχουν οι ρυτίδες, λες όντως να πάχυνα, πώς περνάνε τα χρόνια κ.α.

 

Η ίδια η επαφή με οικεία πρόσωπα, όπως και οι αυτόματες συγκρίσεις που γίνονται άμεσα ή έμμεσα από εμάς ή από τους άλλους μερικές φορές πυροδοτούν σκέψεις απολογισμού, ευθύνης, ενοχής, μείωσης, υποτίμησης, προσβολής ή και απαξίωσης. Είναι φυσικό η μητέρα να θέλει το καλό της κόρης της, αλλά είναι έντονα αρνητική η σύγκριση της ανύπαντρης, βολικά πια καθήμενης στο ράφι-βιτρίνα κόρης της με την ξαδέρφη που περιμένει το τρίτο παιδί και μάλιστα από τον ίδιο άντρα, ο οποίος την αγαπάει και πολύ και την έχει και στα ώπα ώπα. Είναι, λοιπόν, καλύτερη η ξαδέρφη, για τη μάνα, είναι πιο καπάτσα, πιο προσαρμοσμένη και πιο προσγειωμένη. Ξέρει τί θέλει και ξέρει πως το καθήκον και το χρέος της είναι να γίνει μάνα και να κρατάει τον άντρα της. Και όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά, αλλά επειδή αυτά είναι σωστά, δεν είναι επίσης σωστό πως όποια δεν κάνει ό,τι η ξαδέρφη, δεν ξέρει τί της γίνεται και είναι απροσάρμοστη. Αλλά και μόνο η σκέψη της απότοκης της σύγκρισης αναξιότητας που άμεσα υποβάλλεται αρκεί για να χαλάσει τα κέφια μας. Αν χρειάζεται να απολογηθεί κανείς για την τύχη του ή τις επιλογές του παύει να περνάει ευχάριστα και νιώθει ενώπιος ενωπίω σε μικτό ορκωτό δικαστήριο με αμείλικτους δικαστές απέναντί του, οι οποίοι διψούν να τον τιμωρήσουν χωρίς καν να προλάβει να απολογηθεί. Και στο κάτω κάτω της γραφής, εγώ για ένα φαγητό πήγα στη μάνα μου πριν βγω για το ρεβεγιόν. Από πού κι ως πού να πρέπει να παρουσιαστώ ή ακόμα και να απολογηθώ γιατί η μάνα μου θέλει να γίνει γιαγιά και το θυμήθηκε ξανά τώρα ή για την ακρίβεια δεν το ξέχασε ποτέ. Είναι αυτές οι στερεότυπες κοινωνικές απαιτήσεις ρόλων και σταδίων ανά ηλικία και φύλο, οι οποίες όχι μόνο προκαλούν συγκρίσεις και επιφέρουν συγκρούσεις, αλλά κατακερματίζουν την όποια καλή διάθεση θα θέλαμε να έχουμε χρονιάρες μέρες.

 

Είναι και αυτός ο καθρέφτης που αυτές τις μέρες φωταγωγείται έντονα, αλλά και οι φωτογραφικές μηχανές που μας θυμίζουν και το πώς φαινόμαστε και την επίδραση που είχε πάνω μας ο χρόνος που πέρασε. Λίγο μια ρυτίδα που γεννιέται, λίγο τα μαλλιά που αραίωσαν, ίσως και κάτι παραπανίσια κιλάκια που δε λένε να πάνε στο καλό, τα περσινά ρούχα που δε μας κάνουν πια, αλλά και η άδεια θέση δίπλα μας μια και είναι ακόμα ατελέσφορη η αναζήτηση συντρόφου και έντονη η ακόλουθη αίσθηση μοναξιάς, όλα συμβάλλουν από λίγο έως περισσότερο στην αποτυχία όποιας προσπάθειας κάνουμε να νιώσουμε και να περάσουμε καλά. Από την άλλη, όλες αυτές οι ευχές που οι μέρες επιβάλλουν να μοιραστούμε με τον καθένα απέναντι είτε στο τραπέζι, είτε στην τηλεφωνική γραμμή μας θυμίζουν πολλά που θα θέλαμε, αλλά δεν έχουμε.

 

Και μετά έχουμε και τον άλλον να μας ρωτάει γιατί έχουμε ακεφιές. Τί να πεις και τί να εξηγήσεις τώρα και σε ποιον και γιατί. Άσε που δεν έχεις καμία όρεξη να μιλήσεις, πολύ δε περισσότερο να εξομολογηθείς. Άντε και … καλή χρονιά και σε σένα.